impertinent
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
impertinent (en)
- άσχετος με το θέμα
- αγενής, προσβλητικός
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- impertinent < δημώδης λατινική, impertinens
[
]
Προφορά
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | impertinent | impertinents |
| θηλυκό | impertinente | impertinentes |
impertinent (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- άσχετος με το θέμα
- αγενής, προσβλητικός
[
]
- impertinemment
- impertinence
- impertinent