master
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
master (en)
- o κύριος, ο κυρίαρχος, το αφεντικό
- ο μάστορας, ο έμπειρος ειδικευμένος τεχνίτης που διδάσκει τους μαθητευόμενούς του
- o αριστοτέχνης