μάστορας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μάστορας < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
μάστορας και μάστορης αρσενικό (πληθυντικός μάστορες και μαστόροι)
- ειδικευμένος τεχνίτης με μεγάλη πείρα και υψηλή τεχνική κατάρτιση
- σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
- (μεταφορικά) κάποιος πολύ επιδέξιος σε έναν τομέα, που έχει παρουσιάσει αξιόλογο έργο
- μάστορας του λόγου
- ως προσφώνηση
- Ρε μάστορα, πάρε το αυτοκίνητό σου από κει και μας έχει κλείσει το δρόμο!