μάστορας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάστορας < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

μάστορας και μάστορης αρσενικό (πληθυντικός μάστορες και μαστόροι)

  1. ειδικευμένος τεχνίτης με μεγάλη πείρα και υψηλή τεχνική κατάρτιση
    σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
  2. (μεταφορικά) κάποιος πολύ επιδέξιος σε έναν τομέα, που έχει παρουσιάσει αξιόλογο έργο
    μάστορας του λόγου
  3. ως προσφώνηση
    Ρε μάστορα, πάρε το αυτοκίνητό σου από κει και μας έχει κλείσει το δρόμο!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []


32πχ Μεταφράσεις []