τεχνίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τεχνίτης < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

τεχνίτης αρσενικό, τεχνίτρια θηλυκό

  • ο επαγγελματίας που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση
θα φωνάξω τον τεχνίτη για το βάψιμο του σπιτιού
  • μεταφορικά ή ειρωνικά, αυτός που είναι εξαιρετικά επιδέξιος σε κάτι
μεγάλος τεχνίτης του λόγου, τεχνίτης στην απάτη

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες