αρχιτεχνίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχιτεχνίτης < αρχι- + τεχνίτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχιτεχνίτης αρσενικό

  1. ο πρώτος τεχνίτης μιας ομάδας, ο επικεφαλής, ο προϊστάμενος
  2. (κατ’ επέκταση) ο πιο έμπειρος τεχνίτης


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]