mount

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

mount  (en)

  1. το όρος
    the mount Everest
  2. άλογο που το ιππεύει κάποιος
  3. ο αριθμός των ιππέων σε μια μονάδα ιππικού

[] Open book 01.svg Ρήμα

mount  (en)

  1. ανεβαίνω (π.χ σκαλιά, στη σέλα ενός αλόγου), καβαλάω
  2. στερεώνω ένα αντικείμενο σε μια βάση
  3. (πληροφορική) προσαρτώ μια μονάδα αποθήκευσης
  4. (αργκό) καβαλάω (έρχομαι σε σεξουαλική επαφή)
  5. εξαπολύω στρατιωτική επίθεση
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες