mount
Από Βικιλεξικό
[
]
mount (en)
- το όρος
- the mount Everest
- άλογο που το ιππεύει κάποιος
- ο αριθμός των ιππέων σε μια μονάδα ιππικού
mount (en)
- ανεβαίνω (π.χ σκαλιά, στη σέλα ενός αλόγου), καβαλάω
- στερεώνω ένα αντικείμενο σε μια βάση
- (πληροφορική) προσαρτώ μια μονάδα αποθήκευσης
- (αργκό) καβαλάω (έρχομαι σε σεξουαλική επαφή)
- εξαπολύω στρατιωτική επίθεση