normal

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

Open book 01.svg Επίθετο

normal  (en)

  1. κανονικός, σύμφωνος με κάποιους κανόνες
  2. κανονικός, συνηθισμένος, νορμάλ
  3. φυσιολογικός, υγιής
  4. φυσιολογικός, ομαλός, σύμφωνος με τις κοινωνικές αντιλήψεις ή προκαταλήψεις σχετικά με το τι είναι φυσιολογικό ή ομαλό
  5. Normal School: σχολή που εκπαιδεύει δασκάλους, διδασκαλείο
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/normal"