συνηθισμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- συνηθισμένος < από τη μετοχή παθητικού παρακειμένου του συνηθίζω
[
]
Επίθετο
συνηθισμένος -η -ο
- που τον έχουμε συνηθίσει, που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
- Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος με μια συνηθισμένη οικογένεια και ένα συνηθισμένο επάγγελμα
- που έχει συνηθίσει κάτι και το αντέχει
- είναι συνηθισμένος στη σκληρή δουλειά
[
] Εκφράσεις
συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια: αυτές οι κακουχίες μας είναι γνώριμες και δεν μας τρομάζουν
[
]
Συνώνυμα
- κοινός (1)
- κοινότοπος (1)
- συνήθης (1)
[
]
[
]
Μεταφράσεις
κοινός
που έχει συνηθίσει
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: