rally
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
rally (en)
- πολιτική συγκέντρωση, διαδήλωση ή πορεία
- ράλι, αγώνας ταχύτητας αυτοκινήτων
- ανάκαμψη τιμών (πχ στο χρηματιστήριο)
[
]
Ρήμα
rally (en)
- ανακάμπτω (για τιμές στο χρηματιστήριο, μετά από ασθένεια)