συγκέντρωση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συγκέντρωση | συγκεντρώσεις |
| γενική | συγκέντρωσης | συγκεντρώσεων |
| συγκεντρώσεως | ||
| αιτιατική | συγκέντρωση | συγκεντρώσεις |
| κλητική | συγκέντρωση | συγκεντρώσεις |
[
]
Ετυμολογία
- συγκέντρωση < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής συγκέντρωσις < συγκεντρῶ
[
]
Ουσιαστικό
συγκέντρωση θηλυκό
[
]
- → δείτε τη λέξη: συγκεντρώνω
[
]
Μεταφράσεις
συγκέντρωση