seat
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
seat
(en)
κάθισμα
έδρα
στη Βουλή, σε ένα διοικητικό συμβούλιο κ.λπ
η
έδρα
ενός οργανισμού
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Ænglisc
العربية
Asturianu
Česky
Cymraeg
Deutsch
English
Esperanto
Español
Eesti
Euskara
Suomi
Français
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
Қазақша
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Limburgs
ລາວ
Lietuvių
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Polski
Português
Русский
Simple English
Gagana Samoa
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Türkçe
Tiếng Việt
Volapük
中文