sprawl
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
sprawl (en)
Ουσιαστικό [
]
sprawl (en)
- η στάση κατά την οποία κάποιος κάθεται με τα πόδια απλωμένα
- η άναρχη οικοδόμηση στις άκρες των πόλεων