vault

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. αρχαία γαλλική volter < λατινική, volvere
  2. αρχαία γαλλική voute (> γαλλική voûte) < λατινική voluta ουσιαστικοποιημένη μετοχή του volvere

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /vɒlt/ ή /vɔ:lt/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : //vɔ:lt// (ΗΠΑ)

Open book 01.svg Ρήμα 1[]

vault (en)

  1. πηδώ, κάνω άλμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

vault (en)

  1. άλμα

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

vault (en)

  1. μία αψιδωτή οροφή
  2. ο ουράνιος θόλος
    • 1985, God said, ‘Let there be a vault through the middle of the waters to divide the waters in two.’ — Genesis 1:6 (New Jerusalem Bible)
  3. ένας κλειστός χώρος με αψιδωτή οροφή, ιδιαίτερα ένας υπόγειος χώρος που χρησιμοποιείται ως θησαυροφυλάκιο, τάφος, κελάρι κ.λπ.