win
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
win (en) , αορ. και παθητ. μτχ: won
Ουσιαστικό [
]
win (en)
- ατομική νίκη
Πίνακας περιεχομένων |
win (en) , αορ. και παθητ. μτχ: won
win (en)