|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
νικήσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
νικώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
νικώ, νικάω |
νικάς |
νικά, νικάει |
νικούμε, νικάμε |
νικάτε |
νικούν, νικάν(ε) |
| παρατατικός |
νικούσα |
νικούσες |
νικούσε |
νικούσαμε |
νικούσατε |
νικούσαν(ε) |
| αόριστος |
νίκησα |
νίκησες |
νίκησε |
νικήσαμε |
νικήσατε |
νίκησαν (νικήσανε) |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα νικώ, νικάω |
θα νικάς |
θα νικά, νικάει |
θα νικούμε, νικάμε |
θα νικάτε |
θα νικούν, νικάν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα νικήσω |
θα νικήσεις |
θα νικήσει |
θα νικήσουμε |
θα νικήσετε |
θα νικήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω νικήσει |
έχεις νικήσει |
έχει νικήσει |
έχουμε νικήσει |
έχετε νικήσει |
έχουν νικήσει |
| παρακείμενος β' |
έχω νικημένο |
έχεις νικημένο |
έχει νικημένο |
έχουμε νικημένο |
έχετε νικημένο |
έχουν νικημένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα νικήσει |
είχες νικήσει |
είχε νικήσει |
είχαμε νικήσει |
είχατε νικήσει |
είχαν νικήσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα νικημένο |
είχες νικημένο |
είχε νικημένο |
είχαμε νικημένο |
είχατε νικημένο |
είχαν νικημένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω νικήσει |
θα έχεις νικήσει |
θα έχει νικήσει |
θα έχουμε νικήσει |
θα έχετε νικήσει |
θα έχουν νικήσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω νικημένο |
θα έχεις νικημένο |
θα έχει νικημένο |
θα έχουμε νικημένο |
θα έχετε νικημένο |
θα έχουν νικημένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να νικώ, νικάω |
να νικάς |
να νικά, νικάει |
να νικούμε, νικάμε |
να νικάτε |
να νικούν, νικάν(ε) |
| αόριστος |
να νικήσω |
να νικήσεις |
να νικήσει |
να νικήσουμε |
να νικήσετε |
να νικήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω νικήσει |
να έχεις νικήσει |
να έχει νικήσει |
να έχουμε νικήσει |
να έχετε νικήσει |
να έχουν νικήσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω νικημένο |
να έχεις νικημένο |
να έχει νικημένο |
να έχουμε νικημένο |
να έχετε νικημένο |
να έχουν νικημένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
νίκα |
|
|
νικάτε |
|
| αόριστος |
|
νίκησε |
|
|
νικήστε |
|
|