ébarboir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ébarboir < → λείπει η ετυμολογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.baʁ.bwaʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ébarboir ébarboirs

ébarboir (fr) αρσενικό

  1. εργαλείο για τον καθαρισμό μετάλλων