Βίκινγκ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βίκινγκ < αγγλική Viking < παλαιά νορβηγική víkingr

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'vi.ciŋɡ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Βίκινγκ αρσενικό άκλιτο (σπάνια πληθυντικός: Βίκινγκς)

  1. (ιστορία) σκανδιναβοί θαλασσοπόροι, οι οποίοι, κατά τον μεσαίωνα, λεηλάτησαν και κάνανε εμπόριο με λαούς από όλη την Ευρώπη

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]