Βίκινγκ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βίκινγκ < αγγλική Viking < παλαιά νορβηγική víkingr

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'vi.ciŋɡ/

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βίκινγκ αρσενικό άκλιτο (σπάνια πληθυντικός: Βίκινγκς)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]