Μετάβαση στο περιεχόμενο

Θεοδώρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Θεοδώρα οι Θεοδώρες
      γενική της Θεοδώρας
    αιτιατική τη Θεοδώρα τις Θεοδώρες
     κλητική Θεοδώρα Θεοδώρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Θεοδώρα ήδη σε επιγραφή του 4ου αιώνα πκε < θηλυκό του Θεόδωρος < αρχαία ελληνική Θεόδωρος < θεός + δῶρον[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /θe.oˈðo.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Θεοδώρα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Θεοδώρα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Θεοδώρα < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Θεοδώρα θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]