Ιεχωβά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ιεχωβά (Καθαρεύουσα Ἰεχωβᾶ) < μία από τις μεταφορές στα ελληνικά (της φωνηεντισμένης απόδοσης γΙεΧωΒάΧ) του ιερού Τετραγράμματου, το οποίο σημαίνει "Εκείνος Κάνει να Γίνεται" ή "Αυτός που Υπάρχει" (ο Ων)

Το αρχαίο εβραϊκό ρήμα βρίσκεται στην έμμεση ενεργητική μη συντελεσμένη μορφή του κάτι που σημαίνει ότι " κάνει και θα κάνει ότι Αυτός θέλει " προκειμένου να φέρει τον σκοπό του σε πέρας.

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ιεχωβά αρσενικό

  • μια από τις αποδόσεις του προσωπικού ονόματος του Θεού, όπως παρουσιάζεται στην Αγία Γραφή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • Τετραγράμματο
  • Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, Εκδ. Οίκος Ελευθερουδάκης, 1964, Τόμ. 6ος, "Ιεχωβά"
  • Παναγιώτη Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Εκδ. Η Ζωή, Αθήνα, 1959, σ. 166.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]