Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΟΠΕΚ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ΟΠΕΚ < Οργανισμός των Πετρελαιοπαραγωγών Εξαγωγέων Κρατών

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /oˈpek/

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

ΟΠΕΚ ουδέτερο άκλιτο ακρωνύμιο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]