Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σεραφίν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σεραφίν < λείπει η ετυμολογία

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

Σεραφίν άκλιτο

  1. γυναικείο όνομα, αντίστοιχο του Σεραφίνα
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
      Το 1949 ήταν πραγματικό σημείο καμπής στην καριέρα της Μαρίας Κάλλας. Ερμήνευε την Μπρουνχίλντε στη βαγκνερική «Βαλκυρία» στο θέατρο La Fenice της Βενετίας, όταν ξαφνικά αρρώστησε η σοπράνο Μαργαρίτα Καρόζιο […]. Καθώς στάθηκε αδύνατο να βρεθεί αντικαταστάτρια, ο αρχιμουσικός Τούλιο Σεραφίν ανακοίνωσε στην Κάλλας ότι εκείνη θα αναλάμβανε τον ρόλο και θα έκανε πρεμιέρα σε έξι, μόλις, ημέρες.
    Ίσμα Μ. Τουλάτου, «Τούλιο Σεραφίν: Ο μαέστρος, ο μέντορας και η μεγάλη τύχη», * To Βήμα.gr (25 Αυγούστου 2017)· πρόσβαση: 2021-09-06.