Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χαρίκλεια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Χαρίκλεια ήδη σε επιγραφή του 5ου αιώνα πκε < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Χαρίκλεια[1] < αρχαία ελληνική χάρις (χάρη) + αρχαία ελληνική κλέος (δόξα), η ξακουστή για τη χάρη της

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xaˈɾi.klia/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Χαρίκλεια

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χαρίκλεια θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Χαρίκλει αἱ Χαρίκλειαι
      γενική τῆς Χαρικλείᾱς τῶν Χαρικλειῶν
      δοτική τῇ Χαρικλεί ταῖς Χαρικλείαις
    αιτιατική τὴν Χαρίκλειᾰν τὰς Χαρικλείᾱς
     κλητική ! Χαρίκλει Χαρίκλειαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Χαρικλεί
γεν-δοτ τοῖν  Χαρικλείαιν
1η κλίση, Κατηγορία 'βοήθεια' όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Χαρίκλεια < (χάρις) χαρί- + -κλεια (< κλέος)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χαρίκλεια, -ας θηλυκό, θηλυκό του Χαρικλῆς