αβέρτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβέρτα < αβέρτος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

αβέρτα

  1. ανοιχτά, ορθάνοιχτα
    άσε την μπαλκονόπορτα αβέρτα
  2. σε μεγάλη ποσότητα, χωρίς φειδώ
    ο θείος μου μας έδινε αβέρτα συμβουλές για το πως να συμπεριφερόμαστε
    δίνω αβέρτα χρήματα αλλά δεν νομίζω να γίνει η δουλειά μου
  3. ανοιχτά, χωρίς περιστροφές
    πήγα και του είπα αβέρτα πως δεν τον γουστάρω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αβέρτα-κουβέρτα: επιτείνει την (αντίστοιχη) σημασία του αβέρτα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]