αιδεσιμολογιώτατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιδεσιμολογιώτατος < αρχαία ελληνική αἰδέσιμος + λογιώτατος, υπερθετικός βαθμός του λόγιος (η γραφή με ω προέρχεται από την καθαρεύουσα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιδεσιμολογιώτατος αρσενικό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]