Μετάβαση στο περιεχόμενο

αιτώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αιτώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰτῶ[1], συνηρημένος τύπος του αἰτέω < *αἶτος[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈto/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αιτώ

αιτώ, -είς, -εί (μεταβατικό), κλ.μτχ.ε.ε..: αιτών, πρτ.: αιτούσα, στ.μέλλ.: θα αιτήσω, αόρ.: αίτησα

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αιτώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.