αιτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιτώ < αἰτῶ στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική αἰτέω - αἰτῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αιτώ

  1. λόγιο ρήμα αντί του ζητώ, υποβάλλω αίτημα, αίτηση (πιο συχνά χρησιμοποιείται το αιτούμαι)

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]