ακροβολίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροβολίζομαι < αρχαία ελληνική ἀκροβολίζομαι < ἀκροβολισμός < ἀκροβόλος < ἀκρο- + -βόλος < βάλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ακροβολίζομαι

  1. παίρνω θέσεις ώστε να μπορώ να βλάψω τον εχθρό από σχετικά μακριά και κρυμμένος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]