αναμορφώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμορφώνω < μεταγενέστερη ελληνική ἀναμορφόω-ἀναμορφῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναμορφώνω (παθητικό: αναμορφώνομαι)

  1. αλλάζω σημαντικά και σε βάθος κάτι, του δίνω νέα μορφή αλλά και νέα ουσία
    Πρέπει να αναμορφωθεί το εκπαιδευτικό σύστημα
    Αποφάσισαν να αναμορφώσουν την οδό Πανεπιστημίου
  2. εκπαιδεύω σε νέες βάσεις ώστε να φέρω στην επιφάνεια τον καλύτερο εαυτό ενός ανθρώπου και να μπορέσει αυτός να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύστημα


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]