αναμορφωτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αναμορφωτήριο τα αναμορφωτήρια
      γενική του αναμορφωτηρίου των αναμορφωτηρίων
    αιτιατική το αναμορφωτήριο τα αναμορφωτήρια
     κλητική αναμορφωτήριο αναμορφωτήρια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμορφωτήριο < (σύνδεσμος) ανα- + μορφώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναμορφωτήριο ουδέτερο

  1. ίδρυμα για ειδική αγωγή και σωφρονισμό ανηλίκων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]