ανοικοδομώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανοικοδομώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνοικοδομῶ (ἀνοικοδομέω)[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- (ανά) + οικοδομώ < οικο- + δομώ.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ni.ko.ðoˈmo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νοι‐κο‐δο‐μώ
Ρήμα
[επεξεργασία]ανοικοδομώ, αόρ.: ανοικοδόμησα, παθ.φωνή: ανοικοδομούμαι, π.αόρ.: ανοικοδομήθηκα, μτχ.π.π.: ανοικοδομημένος
- (λόγιο, μεταβατικό) επισκευάζω κτίσμα πάλι, από την αρχή
- ※ 1861 Ἰωάννης Κοκκώνης, Γεωγραφία στοιχειώδης, Μέρος Β΄, Βιβλίον Β΄, Κεφάλαιον Α΄
- Μεταξὺ αὐτῶν λαμπρότατα εἶναι τὰ εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, τῶν Προπυλαίων, τοῦ Παρθενῶνος, Ἐρεχθείου κτλ. Ἀφ’ οὗ κατὰ τὸ 1835 ἐκηρύχθη καθέδρα τοῦ βασιλείου (καταστραφεῖσα ἐξ ὁλοκλήρου καὶ αὐτὴ κατὰ τὸν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας πόλεμον), ἀνῳκοδομήθη μὲ πλατεῖς καὶ εὐθεῖς δρόμους, καὶ μὲ ἱκανὰς καλοκτισμένας οἰκίας, καὶ ὁλονὲν ἐκτεινομένη καλλωπίζεται μὲ ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια κτίρια.
- ≈ συνώνυμα: ανακατασκευάζω, ανακτίζω, ανιδρύω, ξανακτίζω
- ≠ αντώνυμα: γκρεμίζω, κατεδαφίζω
- ※ 1861 Ἰωάννης Κοκκώνης, Γεωγραφία στοιχειώδης, Μέρος Β΄, Βιβλίον Β΄, Κεφάλαιον Α΄
- (γενικότερα) οικοδομώ
- (μεταφορικά) δημιουργώ κάτι εκ νέου
Ανοικοδομήθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.- ≈ συνώνυμα: ανασυγκροτώ, ανορθώνω, αποκαθιστώ
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ανοικοδομώ | ανοικοδομούσα | θα ανοικοδομώ | να ανοικοδομώ | ανοικοδομώντας | |
| β' ενικ. | ανοικοδομείς | ανοικοδομούσες | θα ανοικοδομείς | να ανοικοδομείς | ||
| γ' ενικ. | ανοικοδομεί | ανοικοδομούσε | θα ανοικοδομεί | να ανοικοδομεί | ||
| α' πληθ. | ανοικοδομούμε | ανοικοδομούσαμε | θα ανοικοδομούμε | να ανοικοδομούμε | ||
| β' πληθ. | ανοικοδομείτε | ανοικοδομούσατε | θα ανοικοδομείτε | να ανοικοδομείτε | ανοικοδομείτε | |
| γ' πληθ. | ανοικοδομούν(ε) | ανοικοδομούσαν(ε) | θα ανοικοδομούν(ε) | να ανοικοδομούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ανοικοδόμησα | θα ανοικοδομήσω | να ανοικοδομήσω | ανοικοδομήσει | ||
| β' ενικ. | ανοικοδόμησες | θα ανοικοδομήσεις | να ανοικοδομήσεις | ανοικοδόμησε | ||
| γ' ενικ. | ανοικοδόμησε | θα ανοικοδομήσει | να ανοικοδομήσει | |||
| α' πληθ. | ανοικοδομήσαμε | θα ανοικοδομήσουμε | να ανοικοδομήσουμε | |||
| β' πληθ. | ανοικοδομήσατε | θα ανοικοδομήσετε | να ανοικοδομήσετε | ανοικοδομήστε | ||
| γ' πληθ. | ανοικοδόμησαν ανοικοδομήσαν(ε) |
θα ανοικοδομήσουν(ε) | να ανοικοδομήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ανοικοδομήσει | είχα ανοικοδομήσει | θα έχω ανοικοδομήσει | να έχω ανοικοδομήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ανοικοδομήσει | είχες ανοικοδομήσει | θα έχεις ανοικοδομήσει | να έχεις ανοικοδομήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ανοικοδομήσει | είχε ανοικοδομήσει | θα έχει ανοικοδομήσει | να έχει ανοικοδομήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ανοικοδομήσει | είχαμε ανοικοδομήσει | θα έχουμε ανοικοδομήσει | να έχουμε ανοικοδομήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ανοικοδομήσει | είχατε ανοικοδομήσει | θα έχετε ανοικοδομήσει | να έχετε ανοικοδομήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ανοικοδομήσει | είχαν ανοικοδομήσει | θα έχουν ανοικοδομήσει | να έχουν ανοικοδομήσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ανοικοδομούμαι | ανοικοδομούμουν | θα ανοικοδομούμαι | να ανοικοδομούμαι | ||
| β' ενικ. | ανοικοδομείσαι | ανοικοδομούσουν | θα ανοικοδομείσαι | να ανοικοδομείσαι | ||
| γ' ενικ. | ανοικοδομείται | ανοικοδομούνταν | θα ανοικοδομείται | να ανοικοδομείται | ||
| α' πληθ. | ανοικοδομούμαστε | ανοικοδομούμασταν ανοικοδομούμαστε |
θα ανοικοδομούμαστε | να ανοικοδομούμαστε | ||
| β' πληθ. | ανοικοδομείστε | ανοικοδομούσασταν ανοικοδομούσαστε |
θα ανοικοδομείστε | να ανοικοδομείστε | ανοικοδομείστε | |
| γ' πληθ. | ανοικοδομούνται | ανοικοδομούνταν | θα ανοικοδομούνται | να ανοικοδομούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ανοικοδομήθηκα | θα ανοικοδομηθώ | να ανοικοδομηθώ | ανοικοδομηθεί | ||
| β' ενικ. | ανοικοδομήθηκες | θα ανοικοδομηθείς | να ανοικοδομηθείς | ανοικοδομήσου | ||
| γ' ενικ. | ανοικοδομήθηκε | θα ανοικοδομηθεί | να ανοικοδομηθεί | |||
| α' πληθ. | ανοικοδομηθήκαμε | θα ανοικοδομηθούμε | να ανοικοδομηθούμε | |||
| β' πληθ. | ανοικοδομηθήκατε | θα ανοικοδομηθείτε | να ανοικοδομηθείτε | ανοικοδομηθείτε | ||
| γ' πληθ. | ανοικοδομήθηκαν ανοικοδομηθήκαν(ε) |
θα ανοικοδομηθούν(ε) | να ανοικοδομηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω ανοικοδομηθεί | είχα ανοικοδομηθεί | θα έχω ανοικοδομηθεί | να έχω ανοικοδομηθεί | ανοικοδομημένος | |
| β' ενικ. | έχεις ανοικοδομηθεί | είχες ανοικοδομηθεί | θα έχεις ανοικοδομηθεί | να έχεις ανοικοδομηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει ανοικοδομηθεί | είχε ανοικοδομηθεί | θα έχει ανοικοδομηθεί | να έχει ανοικοδομηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε ανοικοδομηθεί | είχαμε ανοικοδομηθεί | θα έχουμε ανοικοδομηθεί | να έχουμε ανοικοδομηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε ανοικοδομηθεί | είχατε ανοικοδομηθεί | θα έχετε ανοικοδομηθεί | να έχετε ανοικοδομηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν ανοικοδομηθεί | είχαν ανοικοδομηθεί | θα έχουν ανοικοδομηθεί | να έχουν ανοικοδομηθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι ανοικοδομημένος - είμαστε, είστε, είναι ανοικοδομημένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν ανοικοδομημένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν ανοικοδομημένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι ανοικοδομημένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι ανοικοδομημένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι ανοικοδομημένος - να είμαστε, να είστε, να είναι ανοικοδομημένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανοικοδομώ
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ανοικοδομώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ανοικοδομώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αν- από το ανά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα οικο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)