ασημώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασημώνω < ασήμι + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ασημώνω

  1. καλύπτω κάτι με λεπτή στρώση ασημιού ή το στολίζω με ελάσματα ή καλλιτεχνήματα από ασήμι
  2. δίνω σε κάτι τη λάμψη ή το χρώμα του ασημιού
  3. χαρίζω, κυρίως σε νύφη ή νεογέννητο μωρό, ασημένιο (ή και χρυσό) νόμισμα για καλή τύχη
  4. (λαϊκότροπο) δίνω χρήματα για να προβλέψει κάποιος τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]