Μετάβαση στο περιεχόμενο

αφότου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αφότου < αρχαία ελληνική ἀφ' ὅτου

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

αφότου

  • (χρονικός) από τότε που
    πολλά άλλαξαν αφότου έφυγες ...

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]