βερνικώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βερνικώνω < βερνίκι + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

βερνικώνω, παρατ.: βερνίκωνα, στιγμ. μέλλ.: θα βερνικώσω, αόρ.: βερνίκωσα , παθ.φωνή: βερνικώνομαι , μτχ.π.π.: βερνικωμένος

  1. επαλείφω κάτι με βερνίκι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]