βουνόν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βουνόν βουνώ βουνά
Γενική βουνοῦ βουνοῖν βουνῶν
Δοτική βουν βουνοῖν βουνοῖς
Αιτιατική βουνόν βουνώ βουνά
Κλητική βουνόν βουνώ βουνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουνόν < μεσαιωνική ελληνική βουνόν < αρχαία ελληνική βουνός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βουνόν ουδέτερο