βοῶπις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Βοῶπις

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοῶπις < βοῦς + ὤψ (κυριολεκτικά: «αυτή που έχει μάτια σαν του βοδιού»)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βοῶπις θηλυκό (το αρσενικό είναι το βόωψ)

  1. αυτή που έχει μεγάλα μάτια (επίθετο που χρησιμοποιείτο στην αρχαία ελληνική γραμματεία για την Ήρα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. Η πρώτη χρήση του γίνεται από τον Όμηρο για να χαρακτηρίσει τη θεά Ήρα («βοῶπι ποτνία Ἥρη»[1] ή «βοῶπις ποτνία Ἥρη»[2]) και έκτοτε χρησιμοποιούταν από τους αρχαίους Έλληνες τις περισσότερες φορές για να χαρακτηρίσει την Ήρα[3], αλλά και σε άλλες περιπτώσεις[4].
  2. Έχει χρησιμοποιηθεί και ως κύριο όνομα (δες Βοῶπις)[5].

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. homeri Ilias: Rpsodia XIII-XXIV, Ραψωδία Ο, στιχ. 49
  2. Scholia Graeca in Homeri Iliadem Homer, Walter de Gruyter, 1975
  3. Lucian, Dearum judicium (ed. A. M. Harmon) Perseus Tufts, Η Ήρα λέει στον Πάρι: «Καλά, Πάρη, πρώτα εγώ θα γδυθώ, για να μάθεις ότι δεν έχω μόνο λευκά χέρια (τας ωλένας λευκάς, συνηθισμένος χαρακτηρισμός της Ήρας), ούτε το ότι έχω μεγάλα μάτια είναι μεγάλο πράγμα θαρρώ (μηδὲ τῷ βοῶπις εἶναι μέγα φρονῶ - και πάλι συνηθισμένος χαρακτηρισμός της Ήρας - βοῶπις)...»
  4. Θεογονία του Ησιόδου, 337 «βοῶπις Περσηίς»
  5. Παλατινή Ανθολογία, 5.22 «εἰς Βοῶπιν τἠν ἑταίραν»