Μετάβαση στο περιεχόμενο

βοῶπις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / βοῶπῐς τὸ βοῶπῐ
      γενική τοῦ/τῆς βοώπῐδος τοῦ βοώπῐδος
      δοτική τῷ/τῇ βοώπῐδ τῷ βοώπῐδ
    αιτιατική τὸν/τὴν βοῶπιν τὸ βοῶπῐ
     κλητική ! βοῶπῐς 
ή βοῶπῐ*
βοῶπῐ
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ βοώπῐδες τὰ βοώπῐδ
      γενική τῶν βοωπῐ́δων τῶν βοωπῐ́δων
      δοτική τοῖς/ταῖς βοῶπῐσῐ(ν) τοῖς βοῶπῐσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς βοώπῐδᾰς τὰ βοώπῐδ
     κλητική ! βοώπῐδες βοώπιδ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βοώπῐδε τὼ βοώπῐδε
      γεν-δοτ τοῖν βοωπῐ́δοιν τοῖν βοωπῐ́δοιν
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, §292, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'εὔελπις' όπως «εὔελπις» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
βοῶπις < βο- + -ῶπ- + -ις

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bo.ɔ̂ː.pis/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: βοπις

Επίθετο

[επεξεργασία]

βοῶπις, -ιδος μόνον στο θηλυκό, για θεές και γυναίκες

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Πρόκειται για προσωνυμία θηλυκών θεοτήτων όπως της Ήρας, της Αρτέμιδος, της Αμφιτρίτης, η οποία αναφέρεται στην ελκυστικότητα των μεγάλων ματιών στις γυναίκες και την συγκρίνει με τα μεγάλα μάτια βοοειδών ζώων (δείτε εικόνες εδώ), ζώα που είχαν μεγάλη σημασία για τους αρχαίους. Η σχέση ιερότητας και ευμορφίας με τα βοοειδή υπάρχει ακόμα και σήμερα στην Ινδία όπου οι αγελάδες είναι ιερές. Το επίθετο έχει αποδοθεί στην νέα ελληνική π.χ. ως βοϊδομάτα, γελαδόματη, μεγαλόφθαλμη.

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
βοῶπις < Κατά παρασύνδεση με το βοῶ (φωνάζω δυνατά).

Επίθετο

[επεξεργασία]

βοῶπις, -ιδος