βοῶπις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | βοῶπῐς | τὸ | βοῶπῐ | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | βοώπῐδος | τοῦ | βοώπῐδος | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | βοώπῐδῐ | τῷ | βοώπῐδῐ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | βοῶπιν | τὸ | βοῶπῐ | ||
| κλητική ὦ! | βοῶπῐς ή βοῶπῐ* |
βοῶπῐ | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | βοώπῐδες | τὰ | βοώπῐδᾰ | ||
| γενική | τῶν | βοωπῐ́δων | τῶν | βοωπῐ́δων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | βοῶπῐσῐ(ν) | τοῖς | βοῶπῐσῐ(ν) | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | βοώπῐδᾰς | τὰ | βοώπῐδᾰ | ||
| κλητική ὦ! | βοώπῐδες | βοώπιδᾰ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βοώπῐδε | τὼ | βοώπῐδε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βοωπῐ́δοιν | τοῖν | βοωπῐ́δοιν | ||
| * Κατά τη Γραμματική του Smyth, §292, η κλητική ενικού χωρίς το -ς | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'εὔελπις' όπως «εὔελπις» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /bo.ɔ̂ː.pis/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βο‐ῶ‐πις
Επίθετο
[επεξεργασία]βοῶπις, -ιδος μόνον στο θηλυκό, για θεές και γυναίκες
- (ποιητικός, προσωνυμία για θεές) γελαδόματος, που έχει μεγάλα ωραία μάτια
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 15 (Ο. Παλίωξις παρὰ τῶν νεῶν.), στίχ. 49
- Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη
- Και η μεγαλόφθαλμη θεά του απάντησεν, η Ήρα
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη
- ※ 7ος πκε αιώνας ⌘ Ἡσίοδος, Θεογονία, 355
- Κερκηίς τε φυὴν ἐρατὴ Πλουτώ τε βοῶπις
- η Κερκηίς εράσμια στο παράστημα, η βοϊδομάτα η Πλουτώ
- Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
- Κερκηίς τε φυὴν ἐρατὴ Πλουτώ τε βοῶπις
- ※ 5ος πκε ⌘ Βακχυλίδης, Διθύραμβοι, στίχ. 3.110 (3.109-3.111)
- εἶδέν τε πατρὸς ἄλοχον φίλαν | σεμνὰν βοῶπιν ἐρατοῖ- | σιν Ἀμφιτρίταν δόμοις
- Και είδε στο θαυμάσιο σπίτι | τη σεβάσμια γελαδόματη Αμφιτρίτη, | του πατέρα του γυναίκα αγαπητή.
- Μετάφραση (2012): Θρασύβουλος Σταύρου @greek‑language.gr
- Και είδε στο θαυμάσιο σπίτι | τη σεβάσμια Αμφιτρίτη με τα μεγάλα ωραία μάτια, | του πατέρα του γυναίκα αγαπητή.
- Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
- Και είδε στο θαυμάσιο σπίτι | τη σεβάσμια γελαδόματη Αμφιτρίτη, | του πατέρα του γυναίκα αγαπητή.
- εἶδέν τε πατρὸς ἄλοχον φίλαν | σεμνὰν βοῶπιν ἐρατοῖ- | σιν Ἀμφιτρίταν δόμοις
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Λουκιανός, Θεῶν κρίσις, 10
- Καλῶς, ὦ Πάρι· καὶ πρώτη γε ἀποδύσομαι, ὅπως μάθῃς ὅτι μὴ μόνας ἔχω τὰς ὠλένας λευκὰς μηδὲ τῷ βοῶπις εἶναι μέγα φρονῶ, ἐπʼ ἴσης δέ εἰμι πᾶσα καὶ ὁμοίως καλή.
- Καλά, Πάρη· πρώτα εγώ θα γδυθώ, για να μάθεις ότι δεν έχω μόνον τα χέρια λευκά, ούτε το ότι έχω μεγάλα μάτια είναι μεγάλο πράγμα θαρρώ, είμαι επί πλέον όλη και ομοίως εύμορφη.
- ΣτΕ: Μιλάει η Αφροδίτη στον Πάρη. Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
- Καλῶς, ὦ Πάρι· καὶ πρώτη γε ἀποδύσομαι, ὅπως μάθῃς ὅτι μὴ μόνας ἔχω τὰς ὠλένας λευκὰς μηδὲ τῷ βοῶπις εἶναι μέγα φρονῶ, ἐπʼ ἴσης δέ εἰμι πᾶσα καὶ ὁμοίως καλή.
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Β
- <βοῶπις> μεγαλόφθαλμος, εὐόφθαλμος, μεγαλόφωνος. Εὔπολις δὲ τὴν Ἥραν
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 15 (Ο. Παλίωξις παρὰ τῶν νεῶν.), στίχ. 49
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Πρόκειται για προσωνυμία θηλυκών θεοτήτων όπως της Ήρας, της Αρτέμιδος, της Αμφιτρίτης, η οποία αναφέρεται στην ελκυστικότητα των μεγάλων ματιών στις γυναίκες και την συγκρίνει με τα μεγάλα μάτια βοοειδών ζώων (δείτε εικόνες εδώ), ζώα που είχαν μεγάλη σημασία για τους αρχαίους. Η σχέση ιερότητας και ευμορφίας με τα βοοειδή υπάρχει ακόμα και σήμερα στην Ινδία όπου οι αγελάδες είναι ιερές. Το επίθετο έχει αποδοθεί στην νέα ελληνική π.χ. ως βοϊδομάτα, γελαδόματη, μεγαλόφθαλμη.
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- βοῶπις < Κατά παρασύνδεση με το βοῶ (φωνάζω δυνατά).
Επίθετο
[επεξεργασία]βοῶπις, -ιδος
- (στον Ησύχιο) μεγαλόφωνος
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Β
- <βοῶπις> μεγαλόφθαλμος, εὐόφθαλμος, μεγαλόφωνος. Εὔπολις δὲ τὴν Ἥραν
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Β
Πηγές
[επεξεργασία]- βοῶπις - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βοῶπις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'εὔελπις' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'εὔελπις' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα βο- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ις (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ποιητικοί τύποι
- Προσωνυμίες (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησίοδο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Λουκιανό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)