βρύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷéru-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βρύω [ ]

  1. (για φυτά) είμαι γεμάτος, πλήρης
  2. αφθονώ
  3. (μεταβατικό) βλασταίνω

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]