γαστρι-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαστρι- < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γαστρι- < γαστήρ, γαστρ-(ός) + συνδετικό ένθημα -ι-

Πρόθημα[επεξεργασία]

γαστρι- & γαστρί-

Σύνθετα[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαστρι- < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γαστρι- < γαστήρ, γαστρ-(ός) + συνδετικό ένθημα -ι-

Πρόθημα[επεξεργασία]

γαστρι-

Σύνθετα[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαστρι- < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γαστρι- < γαστήρ, γαστρ-(ός) + συνδετικό ένθημα -ι-

Πρόθημα[επεξεργασία]

γαστρι- & γαστρί-

Σύνθετα[επεξεργασία]