γαυριάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαυριάζω < μεσαιωνική ελληνική γαυριάζω < ελληνιστική κοινή γαυριάω / γαυριῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γαυριάζω

  1. (λαϊκότροπο) καταλαμβάνομαι από σεξουαλική διάθεση ή ορμή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βαρβατεύω, βαρβατιάζω, οργώ
  2. υπερηφανεύομαι, κομπάζω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]