Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκαστρώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκαστρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐγγαστρώνω < μεσαιωνική ελληνική ἐγγαστρόω < ελληνιστική κοινή ἐγγάστριος < ἐν- + αρχαία ελληνική γαστήρ

γκαστρώνω

  1. (μεταβατικό) καθιστώ (κάποιαν) έγκυο
      Έμαθα, μεγάλος πια, ... πως ο πατέρας του αφεντικού είχε στριμώξει τη μάνα μου, δεκαπέντε ετών τότε, κοντά στο ποτάμι.... Πόσο κράτησε τ'αλισβερίσι δεν έμαθα. Ξέρω μόνο πως όταν γκαστρώθηκε, την πάντρεψε στα γρήγορα μ'έναν εργάτη του. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. (μεταφορικά) προκαλώ ενόχληση, αγανάκτηση σε κάποιον χρονοτριβώντας
      «Άντε ρε Φαρδή μας γκάστρωσες», είπε ο Δημητρός σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό. «Θα φάμε όλη τη νύχτα και το σπουδαίο δε θα μας το πεις». (Δημήτρης Βασιλειάδης, Σελειπονούς (1ο τριλογίας), εκδ. Παρατηρητής, 1977, σελ. 43)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • γκαστρώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • γκαστρώνω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)