γκουγκλίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκουγκλίζω < αγγλική google + -ίζω < Google (ηλεκτρονική μηχανή αναζήτησης)

Ρήμα[επεξεργασία]

γκουγκλίζω

  1. (νεολογισμός) (αργκό, πληροφορική) ψάχνω κάτι στη μηχανή αναζήτησης της Google
  2. (κατ' επέκταση) αναζητώ κάτι στο διαδίκτυο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]