Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλήνη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γλήνι, γλίνα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γλήνη αἱ γλῆναι
      γενική τῆς γλήνης τῶν γληνῶν
      δοτική τῇ γλήν ταῖς γλήναις
    αιτιατική τὴν γλήνην τὰς γλήνᾱς
     κλητική ! γλήνη γλῆναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γλήν
γεν-δοτ τοῖν  γλήναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

γλήνη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glai- (λάμπω)  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /glɛ̌ː.nɛː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γλήνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γλήνη, -ης θηλυκό

  1. (ανατομία) το μάτι, η κόρη του οφθαλμού
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 14 (Ξ. Διὸς ἀπάτη.), στίχ. 494 (493-496)
    τὸν τόθ᾽ ὑπ᾽ ὀφρύος οὖτα κατ᾽ ὀφθαλμοῖο θέμεθλα, | ἐκ δ᾽ ὦσε γλήνην· δόρυ δ᾽ ὀφθαλμοῖο διαπρὸ | καὶ διὰ ἰνίου ἦλθεν, ὁ δ᾽ ἕζετο χεῖρε πετάσσας | ἄμφω·
    κείνον κτυπά μες στου οφθαλμού τες ρίζες και το δόρυ | την κόρην βγάζει, του τρυπά τον οφθαλμόν και φθάνει | στο ζνίχι· κι έπεσεν αυτός με πετακτές αγκάλες.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 9 (ι. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Κίκονας, Λωτοφάγους καὶ Κύκλωπας.), στίχ. 390 (389-390)
    πάντα δέ οἱ βλέφαρ᾽ ἀμφὶ καὶ ὀφρύας εὗσεν ἀϋτμὴ | γλήνης καιομένης· σφαραγεῦντο δέ οἱ πυρὶ ῥίζαι.
    Όλα του, βλέφαρα, γύρω τα φρύδια, ψήνονταν από τη φλόγα του βολβού | που καίγονταν· τρίζαν και τσίριζαν οι ρίζες του ματιού απ᾽ τη φωτιά.
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
  2. μικρό ομοίωμα μεγαλύτερου αντικειμένου, η κούκλα ως αντικείμενο, παιχνίδι
  3. κερήθρα, κυψέλη
  4. (ανατομία) η αβαθής αρθρική κοιλότητα οστών που δέχoνται την κεφαλή άλλου οστού

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]