κούκλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούκλα κούκλες
γενική κούκλας κουκλών
αιτιατική κούκλα κούκλες
κλητική κούκλα κούκλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κούκλα < εκκλησιαστική λατινική, cuculla

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κούκλα θηλυκό

  1. ανθρώπινο ομοίωμα, κατασκευή που μοιάζει με άνθρωπο
    • (ειδικότερα) παιδικό παιχνίδι που είναι ομοίωμα ανθρώπου
    • (ειδικότερα) μαριονέτα
    • (ειδικότερα) ομοίωμα ανθρωπίνου σώματος που χρησιμοποιείται για επίδειξη ρουχισμού
  2. (μεταφορικά) προσφώνηση ή χαρακτηρισμός όμορφου ανθρώπου ή πράγματος
  3. τρόπος συσκευασίας νήματος για πλέξιμο, είδος μακρόστενου κουβαριού τυλιγμένου σε μηχανή
  4. (κατ’ επέκταση) νήμα τυλιγμένο σε μακρόστενη στρογγυλή λουρίδα τυλιγμένη σε σχήμα οχτώ, τσιλές
  5. κώνος καλαμποκιού

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]