πλέξιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλέξιμο πλεξίματα
γενική πλεξίματος πλεξιμάτων
αιτιατική πλέξιμο πλεξίματα
κλητική πλέξιμο πλεξίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλέξιμο < πλέκ(ω) + -ιμο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈplɛ.ksi.mɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλέξιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια του πλέκω
    η μαμά μου είναι καταπληκτική στο πλέξιμο
    οι βελόνες πλεξίματος έχουν διαφορετικό πάχος η καθεμιά
  2. το στυλ πλεξίματος, η πλέξη
    πλέξιμο με πισωβελονιά
  3. το πλεκτό
    έφερα το πλέξιμό μου, για να πλέξουμε μαζί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]