γλυκαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλυκαίνω < αρχαία ελληνική γλυκαίνω

Ρήμα[επεξεργασία]

γλυκαίνω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι γλυκο προσθέτοντας γλυκαντική ουσία ή σάκχαρο
  2. (αμετάβατο) γίνομαι εγώ πιο γλυκός, πιο πράος
    είναι στρυφνή, αλλά όταν μιλάει στα παιδιά, γλυκαίνει αμέσως
    γλύκανε ο καιρός
    • (μεταβατικό) μεταβάλλω ένα χαρακτηριστικό μου προς το γλυκύτερο, το κάνω πιο ευχάριστο, ήρεμο, πράο κλπ
      γλυκαίνει τη φωνή του για να ζητήσει κάτι

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Προσοχή στην προφορά! Το "κ" ηχεί διαφορετικά απ' το αντίστοιχο της λέξης γλυκός (διαφορετική τοποθέτηση της γλώσσας).

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλυκαίνω < γλυκύς

Ρήμα[επεξεργασία]

γλυκαίνω (γλυκαίνομαι, επίσης γλυκάζω)

Αντώνυμα[επεξεργασία]