γλυκύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλυκύς < αρχαία ελληνική γλυκύς

Επίθετο[επεξεργασία]

γλυκύς

έναν βαρύ-γλυκύ (παραγγελία για ελληνικό καφέ, δηλαδή πολύ καφέ, χωρίς τσιγγουνιές, και μπόλικη ζάχαρη)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γλυκύς, -εῖα, -ύ

  1. γλυκός (ως προς τη γεύση)
  2. (μεταφορικά) γλυκός, ευχάριστος
    γλυκύς ὕπνος
  3. (για πρόσωπο) γλυκός, αγαπητός
    γλυκεῖα μήτηρ
  4. (για πρόσωπο, ειρωνικά) ανόητος, απλοϊκός

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Γλυκύς ἀπείρων πόλεμος: για όποιον ρισκάρει επειδή δεν έχει επίγνωση του κινδύνου, επειδή είναι άμαθος, άπειρος