δήθεν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δήθεν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δῆθεν
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈði.θen/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δή‐θεν
Επίρρημα
[επεξεργασία]δήθεν άκλιτο (τροπικό επίρρημα)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δήθεν άκλιτο
- (αρσενικό ή θηλυκό) πρόσωπο που υποκρίνεται και συμπεριφέρεται επιτηδευμένα
Απεχθάνεται τους δήθεν.
- (ουδέτερο) ψέμα, προσποίηση, επιτήδευση
Ξεχωρίζω το αληθινό από το δήθεν.
Πηγές
[επεξεργασία]- δήθεν - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- δήθεν - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τροπικά επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)