Μετάβαση στο περιεχόμενο

δήθεν

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: δῆθεν

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δήθεν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δῆθεν

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈði.θen/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δήθεν

Επίρρημα

[επεξεργασία]

δήθεν άκλιτο (τροπικό επίρρημα)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δήθεν άκλιτο

  1. (αρσενικό ή θηλυκό) πρόσωπο που υποκρίνεται και συμπεριφέρεται επιτηδευμένα
    παράδειγμα Απεχθάνεται τους δήθεν.
  2. (ουδέτερο) ψέμα, προσποίηση, επιτήδευση
    παράδειγμα Ξεχωρίζω το αληθινό από το δήθεν.