δικαιοδοτώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δικαιοδοτώ < ελληνιστική κοινή δικαιοδοτέω / δικαιοδοτῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]δικαιοδοτώ
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δικαιοδοτώ
|
|