δονούμαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δονούμαι < παθητική φωνή του δονώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δονούμαι, πρτ.: δονούμουν, στ.μέλλ.: θα δονηθώ, αόρ.: δονήθηκα, μτχ. ενεστ.: δονούμενος

  1. ταρακουνιέμαι, σείομαι
    από το δυνατό σεισμό δονήθηκε ολόκληρη η περιοχή
  2. (μεταφορικά) συγκινούμαι, πάλλομαι από συναισθήματα
    ήταν τόσο δυσάρεστα τα νέα που άκουσα, που δονήθηκε η ψυχή μου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]