Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκμυστηρεύομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκμυστηρεύομαι < ξεμυστηρεύομαι < μυστήριο

εκμυστηρεύομαι (αποθετικό ρήμα)

  • φανερώνω σε κάποιον ένα μυστικό μου
      Σαν το κορίτσι, που χαϊδευτικά το φώναζαν Λένη, σαν ερωτεύτηκε ή νόμισε ότι ερωτεύτηκε τον ξένο - αλλά αυτό δεν έχει σημασία τώρα-, το εκμυστηρεύτηκε της αδελφής της. «Μου αρέσει κείνος ο ξενομερίτης από τα μεταλλεία που τον λένε «το μικρό αφεντικό». (Μαίρη Κόντζογλου, Από ήλιο σε ήλιο: Αποσπερίτης, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]