θαμβά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαμβά < θαμβός

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

θαμβά

  1. (καθαρεύουσα) θαμπά
    έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά (Αλεξ. Παπαδιαμάντης, Έρωτας στα χιόνια)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

θαμβά