θεοποιούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος θεοποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θεοποιούμαι, π.πρτ.: θεοποιούμουν/θεοποιόμουν, π.αόρ.: θεοποιήθηκα, μτχ.π.π.: θεοποιημένος, (ενεργ.: θεοποιώ)

Κλίση[επεξεργασία]

Παθητικός παρατατικός: θεοποιούμουν & θεοποιόμουν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]